Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Περίπατος.




Τον κοίταζε που μιλούσε και τα μάτια του έβγαζαν φωτιές. Μιλούσε, μιλούσε, μιλούσε…
Η εικόνα άρχισε να διαστρεβλώνεται, να μπερδεύεται, τα χρώματα να σμίγουν, οι ήχοι ακούγονταν σαν από χαλασμένο γραμμόφωνο. Τελικά, μετά από όλο αυτό το συνονθύλευμα, ξεπετάχτηκε ένα τεράστιο στόμα που έβγαζε άναρθρους ήχους. Τίποτα παραπάνω. Ένα τεράστιο στόμα που μύριζε άσχημα…
Προχώρησε παρακάτω. Δύο συζητούσαν έντονα, αλλά πολιτισμένα. Έμεινε να τους κοιτάζει. Σε λίγο, εμφανίστηκαν πάνω από τα κεφάλια τα ολογράμματα τους. Εκείνα δεν ήταν τόσο ψύχραιμα: πιάστηκαν στα χέρια, δαγκώνονταν, κλωτσιούνταν, φτύνονταν με βρισιές. Σε λίγο μετατράπηκαν σε δύο τεράστιες μπάλες από κατακόκκινο αίμα που σπρώχνονταν βίαια η μία πάνω στην άλλη. Στο τέλος έσκασαν και οι 2 και γέμισε ο τόπος ζουμιά.
Συνέχισε να περπατά. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι κάθονταν αγκαλιασμένα πάνω στο παγκάκι κρατώντας χέρια. Μπορούσε να αισθανθεί από απόσταση τη ζέση από τα κορμιά τους. Κάθισε απέναντι. Ο αέρας μύριζε κανέλα. Αποφάσισε να μείνει εκεί και να απορροφήσει σαν τσιμπούρι το νέκταρ της εκκολαπτόμενης αγάπης…

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Ταξιδεύουμε...



Ταξιδεύουμε… Αιωρούμαστε από την ορμή της ίδιας μέρας, πετάμε και πάμε, ωθούμενοι από την αρχέγονη δίψα μας να ζούμε. Γυρνάμε πού και πού το κεφάλι πίσω αλλά χάνουμε ισορροπία και ξαναγυρνάμε μπρος…
Οι άλλοι πετάνε κι αυτοί, αλλά όχι μέσα στο οπτικό μας πεδίο. Ξέρουμε ότι υπάρχουν, τους ακούμε ώρες-ώρες στον ύπνο μας…
Δίπλα μας περνάνε εικόνες ασπρόμαυρες και χρωματιστές, γεμάτες μυρωδιές και συναισθήματα…Απλώνουμε το χέρι και αρπάζουμε ότι μας κάνει εντύπωση, το κρατάμε πάνω μας σφιχτά, το φυλάμε πίσω από το ρολόι για μετά ή και για ποτέ…
Σαν φαντάσματα αιωρούμαστε μέσα σε αναμνήσεις, δικές μας και άλλων… Πάντα όμως ταξιδεύουμε…Και φυλάμε για πάντα στην καρδιά αυτό που κάνει με το είναι μας χημεία…

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Άτιτλο




…Εικόνες και σκέψεις πιασμένες στον ιστό του χρόνου…
Κάθε δευτερόλεπτο που περνά βυθίζονται όλο και πιο βαθιά στο αραχνοΰφαντο
πέπλο που υφαίνουν οι στιγμές. Άλλες τυλιγμένες με μαύρο νήμα κι άλλες
πασπαλισμένες με χρυσόσκονη.
...Αφομοιώνονται στην αιωνιότητα κι αλλάζουν το όνομά τους σε αναμνήσεις…

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

25η ώρα


Δημοσιεύτηκε και στο: http://25thhourproject.tumblr.com/post/87033079714/25
….Στη χαράδρα των σελίδων κάποιου ανοιχτού βιβλίου, μεταξύ λάθους και σωστού,  νύκτας και μέρας, πρόστυχου και καθωσπρέπει, επιπολαιότητας και αυτοσυγκράτησης…
Αιωρούμαι πάνω από τις πόλεις, πάνω από τα σύννεφα, έλκομαι από τον ήλιο όπως τα έντομα απ’ το φως κι όμως μένω στο σκοτάδι κρεμασμένο ανάποδα…
 Άσπρο μαζί και μαύρο…. Βλέπω το είδωλό μου στο πολύχρωμο τόξο τ’ ουρανού και της χυμένης στην άσφαλτο βενζίνης….
Φυλακισμένο στην άλλη όψη του καθρέφτη και στις σκέψεις που δεν εκφράστηκαν ποτέ....Στα φιλιά που δεν δόθηκαν, στα χέρια που δεν κρατήθηκαν, στα βλέμματα που στράφηκαν στο πάτωμα χωρίς να γίνουν υποσχέσεις.
Στροβιλίζομαι από τ’ άπιαστα θέλω και τ’ ανεκπλήρωτα όνειρα. Με παρασύρουν βρεγμένα ελαστικά και με ρίχνουν στη λάσπη. Κι από’ κει με παίρνει η νοτιά και με βάζει στολίδι στα κοριτσίστικα χαμόγελα.
…Μυρίζω κόκκινο κρασί και καφέ. Αλάτι και ζάχαρη. Λεμόνι και καρπούζι. Τριαντάφυλλο και μούχλα...
Είμαι ο ήχος της γρήγορης ανάσας και του ακανόνιστου χτύπου της καρδιάς.
Του αναφιλητού και του αβίαστου γέλιου…Η γεύση μου φαρμάκι και βάλσαμο μαζί…
Ψιθυρίζω στους ρομαντικούς και ουρλιάζω στους υποψιασμένους.
Γυρνάω εκεί που είμαι ανεπιθύμητο και φεύγω από κει που με ζητάνε.
Είμαι όλα τα πιο πάνω και πάλι τίποτα απ’ αυτά.
… Πάντα όμως συνεπές και πάντοτε στην ώρα μου…Στην 25η ώρα…


Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

ΦΑΚΕΣ ΜΕ ΓΙΑΟΥΡΤΙ

Δημοσιεύτηκε και στο http://www.microstory.gr/#!fakes-me-giaourti/c1ez

…Δεν της άρεσαν οι φακές… Τις έφτιαχνε για τον άντρα της, που επέμενε να τις τρώνε κάθε Τετάρτη και σύμφωνα πάντα με τη συνταγή που της είχε δώσει η πεθερά της…
Τις μαγείρευε λοιπόν για εκείνον. Και τί καταλάβαινε; Χώρια τρώγανε…Μια καλή κουβέντα για την μαγειρική της ποτέ δεν της είπε. Κι όταν τον ρωτούσε αν του άρεσαν, έπαιρνε ένα νερόβραστο  «μμ…» για απάντηση.
…Έτρωγε μόνη της καθισμένη στο κόκκινο τραπέζι της κουζίνας, ενώ εκείνος έπαιζε παιχνίδια στον υπολογιστή, στο καθιστικό. «Η ζωή μας όλη από δωμάτιο σε δωμάτιο…Και συνήθως σε διαφορετικά ο καθένας…» σκέφτηκε και ένιωσε τη μελαγχολία του καλοκαιριού να την κυριεύει. Γέμιζε το μισό κουτάλι της με φακές, το άλλο μισό με γιαούρτι και το έβαζε απρόθυμα στο στόμα. Ζεστές οι φακές, κρύο το γιαούρτι… Μειδίασε. «…Όπως εμάς: ζεστή και αισιόδοξη εγώ, κρύος και ξινός εκείνος…Πώς ξεγελάστηκα έτσι ρε;…» αναρωτήθηκε και κοίταξε το είδωλό της στη γυάλινη πόρτα του εντοιχισμένου φούρνου απέναντί της.
Το κουτάλι έμεινε μετέωρο για λίγο, όσο της πήρε να ταξιδέψει στις ρυτίδες του προσώπου της. «Θα γίνω γριά και δεν θα το πάρω πρέφα…»  σκέφτηκε. «Θα γίνω γριά και άσχημη και δεν θα με θέλει κανείς…» συνέχισε μιλώντας στον εαυτό της.
Έριξε το κουτάλι στο πιάτο με θόρυβο και σηκώθηκε απότομα. Πήγε στο υπνοδωμάτιο, κατέβασε την πράσινη βαλίτσα που ήταν πάνω από την ντουλάπα, την έριξε στο κρεβάτι, άνοιξε συρτάρια και ερμάρια και τη γέμισε βιαστικά και άτσαλα.
Όταν πέρασε από μπροστά του σέρνοντας την παραγεμισμένη αποσκευή, εκείνος την κοίταξε με την άκρη του ματιού του για κλάσματα δευτερολέπτου.
-…Πού πας;
-…Όπου θέλω…
-…Στο καλό…
Κατέβηκε με το ασανσέρ στον υπόστεγο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας, μπήκε στο αυτοκίνητο και βγήκε στο δρόμο. «…Πού πας αλήθεια;…» ρώτησε τον εαυτό της. «…Πού να πάω;…Στο νησί!... Θα επιστρέψω στο νησί κι ο Θεός βοηθός…». Κι έστριψε το αυτοκίνητο προς το λιμάνι.
Σε λίγο βρέθηκε σε φανάρια. Σταμάτησε στο κόκκινο. Μπροστά της ένα μικρό άσπρο αυτοκίνητο με ένα νεαρό ζευγάρι. Ο οδηγός, μακρυμάλλης και ηλιοκαμένος, γύρισε προς τη συνοδηγό του, μια όμορφη κοπέλα με λυτά, ξανθιά μαλλιά. Την κοίταξε με λατρεία και έσκυψε προς το μέρος της. Εκείνη τον κάρφωσε με βλέμμα μεθυστικό, άρπαξε το πρόσωπό του με τα χέρια της και τον τράβηξε στα χείλη της. Άρχισαν να φιλιούνται με πάθος.
…Ένιωθε τα αυτιά της να ζεσταίνονται και τα χέρια της να ιδρώνουν πάνω στο τιμόνι. Τους έβλεπε να κινούνται σε αργή κίνηση καθώς φιλιούνταν και αγγίζονταν και από τη μία ήθελε να κατεβεί και να τους βρίσει, ενώ από την άλλη δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω τους… Έμεινε στη θέση της. Σε λίγο τους φανταζόταν να κάνουν έρωτα σε κόκκινα σεντόνια, με τα χέρια τους να ταξιδεύουν στα γυμνά τους κορμιά που μπερδεύονταν και πάλλονταν από ηδονή.
…Στο φανάρι άναψε το πορτοκαλί… Έπειτα το πράσινο…Ο οδηγός πίσω της άρχισε να κορνάρει δειλά, μετά επίμονα. Τον ακολούθησαν άλλοι δυο –τρεις.
Εκείνη όχι…
Τα παιδιά ακόμα φιλιούνταν. Προ στιγμής τα χείλη τους απομακρύνθηκαν, κοιτάχτηκαν με χαμόγελο και συνέχισαν το παθιασμένο τους ταξίδι…
«…Το πρώτο τους φιλί θα είναι... Πρέπει να είναι…» σκέφτηκε και χαμογέλασε.
Κι άλλοι οδηγοί άρχισαν να εκνευρίζονται…Εκείνη ακίνητη, με τα χέρια ιδρωμένα να σφίγγουν το τιμόνι κι όλα μπροστά της να κινούνται αργά…
Το φανάρι ξανάγινε κόκκινο. Όλοι οι οδηγοί τώρα πήραν είδηση το τι γινόταν στο μπροστινό αυτοκίνητο και άρχισαν να κορνάρουν επίμονα, να φωνάζουν και να βρίζουν.
Ο εκκωφαντικός θόρυβος επανέφερε τον χρόνο που αντιλαμβανόταν τα πράγματα στην πραγματική του ταχύτητα… Ο νεαρός μπροστά τινάχτηκε απότομα σαν να ξύπνησε από λήθαργο και ξεκίνησε μηχανικά το αυτοκίνητο.
Η ίδια, γύρισε αριστερά από ένστικτο κι ο χρόνος άρχισε και πάλι να επιβραδύνεται…Η  μαύρη νταλίκα που ερχόταν με ταχύτητα δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Κτύπησε με φόρα πάνω στο μικρό άσπρο αυτοκίνητο, που παρασύρθηκε με βία και κτύπησε πάνω στην κολόνα της ΔΕΗ μετωπικά.
…Δεν είδε τα παιδιά που τραντάχτηκαν και έπεσαν με τα μούτρα πάνω στο παρμπρίζ… Δεν είδε το κόκκινο που έβαψε τα χείλη τους… Το μόνο που είδε ήταν το πορτοκαλί κομπολόι από κεχριμπάρι που ήταν κρεμασμένο στο καθρεφτάκι του οδηγού και που πετάχτηκε στον αέρα γυαλίζοντας στον ήλιο μέχρι να πέσει στην άσφαλτο…Μόλις έσπασε σε χίλια κομμάτια, η κανονική ταχύτητα του χρόνου επανήλθε.
…Σιωπή. Μόνο ο γέρος οδηγός της νταλίκας ακουγόταν κι αυτός υπόκωφα,
που, σε κατάσταση υστερίας, τραβούσε τα μαλλιά και τα ρούχα του και καλούσε σε βοήθεια…Έσβησε την μηχανή, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και άρχισε να περπατά αργά, σαν υπνωτισμένη.
Σε λίγο έφτασε στην πολυκατοικία. Ανέβηκε από τις σκάλες αγκομαχώντας και μπήκε στο διαμέρισμα με μάτια κατακόκκινα. Εκείνος ήταν στην ίδια θέση που τον είχε αφήσει.
-…Ήρθες κιόλας;
-……(σιωπή)
-…Έβγαλες βόλτα τη βαλίτσα ε;
-……(σιωπή)
-…Καλωσόρισες…
Πήγε στην κουζίνα. Το φαγητό ήταν στο πιάτο, όπως το είχε αφήσει… Σωριάστηκε στην καρέκλα, άφησε τα χέρια της να πέσουν στο τραπέζι και έβαλε μια μπουκιά στο στόμα της μηχανικά, με το είδωλό της απέναντι να την κοιτάζει, αλλά την ίδια να βλέπει το κενό.

…Φακές με γιαούρτι…. Το γιαούρτι δεν ήταν πια παγωμένο και οι φακές δεν ήταν πια ζεστές. Είχαν αποκτήσει την ίδια ακριβώς θερμοκρασία.…Δωματίου…

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Το λιώσιμο του πάγου.

ΤΟ ΛΙΩΣΙΜΟ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ


Δημοσιεύτηκε και στο: http://www.microstory.gr/#!to-liosimo-toy-pagou/cbke

Το παγάκι έλιωνε αργά-αργά στην παλάμη της κι εκείνη καθόταν και το κοίταζε σαν υπνωτισμένη. Το νερό έσταζε στο τραπέζι κι από’ κει έπεφτε στο πάτωμα.
…Νερό στο πάτωμα… Υπό άλλες συνθήκες θα έσπευδε να το σκουπίσει, μήπως το πατήσει κάποιος και γίνει λάσπη… Είχε μια εμμονή με την καθαριότητα. Κατ’ ακρίβεια είχε μια συγκεκριμένη εικόνα για το πώς έπρεπε να λειτουργεί το κάθε πράγμα και την ακολουθούσε ευλαβικά… Ο άντρας την αποκαλούσε συχνά ‘’control freak’’.
Ήταν καλοκαίρι, νύκτα. Το σπίτι ήταν εκκωφαντικά ήσυχο. Τα δύο της αγόρια είχαν ήδη αποκοιμηθεί, στα καθαρά και σιδερωμένα σεντόνια τους, φρεσκολουσμένα, ταϊσμένα και χαρούμενα. Ο άντρας της είχε βγει, γεγονός σπάνιο, για φαγητό με τους παλιούς συμμαθητές του.
 

Εκείνη, μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω του, άρχισε να φροντίζει τις εκκρεμότητες που της είχαν μείνει, σχεδόν τρέχοντας: μάζεψε τα απλωμένα ρούχα, έβαλε άλλο πλυντήριο, έπλυνε τα λιγοστά πιάτα, μάζεψε τα παιχνίδια των παιδιών από το πάτωμα, καθάρισε τα παπούτσια τους από τις λάσπες, διάλεξε τα ρούχα που θα έβαζαν την άλλη μέρα στο σχολείο, έξυσε 5 μολύβια για τον μεγάλο της γιο, τύπωσε 1 σελίδα με λαχανικά που τους είχε ζητήσει η δασκάλα, κάπνισε ένα τσιγάρο, τάισε το ψάρι-μονομάχο, πότισε τον βασιλικό και κάθισε στον αναπαυτικό καναπέ. Έγειρε πίσω, με την μυρωδιά του μαλακτικού από τα απλωμένα ρούχα να της γαργαλά τα ρουθούνια και άναψε την τηλεόραση...

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

2x2x12



 Δημοσιεύτηκε και στο : http://www.microstory.gr/#!2x2x12/c11ob 

12 Δεκεμβρίου 1912. Ώρα 8:42…
Από ένα επιβλητικό, τριώροφο κτίριο νεοκλασικής αρχιτεκτονικής  που βρίσκεται στη μέση μιας τεράστιας αυλής, ακούγονται φωνές και κλάματα.
‘’…Πάλι κατούρησες στο στρώμα σου;!....Άχρηστη!...Έλα εδώ!...’’
Ένα κοριτσάκι περίπου 4 χρονών τρέχει ξυπόλητο στο σκούρο παρκέ, κλαίγοντας. Φοράει ένα γαλάζιο, λερωμένο φουστανάκι και τα ξανθά μαλλιά του είναι κοντά. Από πίσω της, μια σωματώδης γυναίκα τρέχει πιο γρήγορα από ότι θα υπολόγιζε κανείς… Με 2 σάλτα φτάνει το παιδί και το τραβάει από τα μαλλιά.