Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Περίπατος.




Τον κοίταζε που μιλούσε και τα μάτια του έβγαζαν φωτιές. Μιλούσε, μιλούσε, μιλούσε…
Η εικόνα άρχισε να διαστρεβλώνεται, να μπερδεύεται, τα χρώματα να σμίγουν, οι ήχοι ακούγονταν σαν από χαλασμένο γραμμόφωνο. Τελικά, μετά από όλο αυτό το συνονθύλευμα, ξεπετάχτηκε ένα τεράστιο στόμα που έβγαζε άναρθρους ήχους. Τίποτα παραπάνω. Ένα τεράστιο στόμα που μύριζε άσχημα…
Προχώρησε παρακάτω. Δύο συζητούσαν έντονα, αλλά πολιτισμένα. Έμεινε να τους κοιτάζει. Σε λίγο, εμφανίστηκαν πάνω από τα κεφάλια τα ολογράμματα τους. Εκείνα δεν ήταν τόσο ψύχραιμα: πιάστηκαν στα χέρια, δαγκώνονταν, κλωτσιούνταν, φτύνονταν με βρισιές. Σε λίγο μετατράπηκαν σε δύο τεράστιες μπάλες από κατακόκκινο αίμα που σπρώχνονταν βίαια η μία πάνω στην άλλη. Στο τέλος έσκασαν και οι 2 και γέμισε ο τόπος ζουμιά.
Συνέχισε να περπατά. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι κάθονταν αγκαλιασμένα πάνω στο παγκάκι κρατώντας χέρια. Μπορούσε να αισθανθεί από απόσταση τη ζέση από τα κορμιά τους. Κάθισε απέναντι. Ο αέρας μύριζε κανέλα. Αποφάσισε να μείνει εκεί και να απορροφήσει σαν τσιμπούρι το νέκταρ της εκκολαπτόμενης αγάπης…